Σοφία Αντωνοπούλου

Σοφία Αντωνοπούλου

Διαχειρίστρια του AromaFarm.gr
URL Ιστότοπου: http://www.aromafarm.gr
Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013 21:33

Τσουκνίδα

Τσουκνίδα (Urtica pilulifera και Urtica urens)

Πολυετής πόα, γνωστή επιστημονικά ως «ουρτίκη η δίοικος». Αυτοφύεται σε χέρσους τόπους και στις άκρες των δρόμων σε όλη την Ελλάδα και ανήκει στην οικογένεια των Ουρτικιδών (δικοτυλήδονα). Έχει ρίζωμα που έρπει και βλαστό όρθιο, τετραγωνικό, με φύλλα αντίθετα, ωοειδή-μυτερά, πριονωτά. Τα άνθη, μικρά και μονογενή, είναι πρασινωπά. Τα αρσενικά έχουν 4 στήμονες και περιγόνιο τετραμερές και τα θηλυκά τέσσερα σέπαλα. Το φυτό είναι γνωστό για τον κνησμό που προκαλεί μόλις το αγγίξει κανείς. Ο κνησμός οφείλεται στο γεγονός ότι τα φύλλα έχουν λεπτότατες τρίχες που μπαίνουν στην επιδερμίδα όπως μια βελόνα και σπάζοντας στην κορυφή, χύνουν ένα καυστικό υγρό που προκαλεί μια έντονη φαγούρα.

Εκτός από την «ουρτίκη τη δίοικο», η ελληνική χλωρίδα περιλαμβάνει τρία ακόμα είδη: Τη «σφαιριανθή», τη «μεμβρανώδη» και την «καυστική».
Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013 21:21

Καλέντουλα

Καλέντουλα (Calendula officinalis)

Δικότυλο της οικογένειας των Συνθέτων, με 15 περίπου είδη που είναι αυτοφυή στις παραμεσόγειες χώρες και στα Κανάρια νησιά. Πρόκειται για μονοετείς ή πολυετείς πόες, με φύλλα απλά, μεγάλα και κεφάλια με περιφερειακά θηλυκά ανθίδια γλωσσοειδή, κίτρινα ή πορτοκαλόχρωμα. Τα ανθίδια του δίσκου που είναι σωληνοειδή, είναι αρσενικά. Οι καρποί της καλέντουλας είναι αχαίνια λεία, κυρτά. Στην Ελλάδα φυτρώνει σε καλλιεργημένα και χέρσα χωράφια. Το είδος «αγριοκαλέντουλα» είναι μονοετής πόα 10 ως 30 εκ. ύψους. Έχει κλαδιά απλωτά και χνουδωτά και φύλλα λογχοειδή ακέραια, με τα κατώτερα έμμισχα. Η αγριοκαλέντουλα είναι κυρίως γνωστή με το όνομα «νεκρολούλουδο». Ένα τρίτο είδος, η «καλέντουλα η φαρμακευτική», έχει άνθη πολύ διακοσμητικά, που έχουν τονωτικές και ιδρωτικές ιδιότητες. Ο κίτρινος χυμός τους χρησιμοποιείται για το χρωματισμό του βουτύρου.
Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013 20:54

Χαμομήλι

Χαμομήλι (Matricaria chamomila)

Μονοετής πόα της οικογένειας των Συνθέτων ή Κομποζίτων (δικοτυλήδονα), κοινότατο είδος σε καλλιεργούμενους και χέρσους αγρούς παντού στην Ελλάδα. Έχει φύλλα πολύ σχισμένα, σε τμήματα προμήκη και λεπτά, σχεδόν τριχοειδή. Τα άνθη σχηματίζουν μοναχικά κεφάλια, με γλωσσοειδή ανθίδια λευκά, γύρω από τον κίτρινο, κωνικό-προεξέχοντα ταξιανθικό δίσκο, που είναι σχηματισμένος από μικρά σωληνοειδή άνθη. Το χαμομήλι είναι φυτό εύοσμο, με άνθη πολύ αρωματικά, που χρησιμεύουν για την παρασκευή ενός αφεψήματος με καταπραϋντικές ιδιότητες.

Άλλο είδος χαμομηλιού είναι το λεγόμενο «ρωμαϊκό», η «ανθεμίδα η ευγενής», πολυετής πόα, που ανήκει στην ίδια οικογένεια με τη ματρικάρια. Τα φύλλα είναι αρωματικά, ελαφρά χνουδωτά, πολύ σχισμένα, αλλά με τμήματα κοντά. Τα περιφερειακά άνθη των κεφαλίων είναι λευκά, ενώ του δίσκου είναι σωληνοειδή κίτρινα. Περιέχει τις ίδιες φαρμακευτικές ουσίες του κοινού χαμομηλιού, αν και στην ανθεμίδα είναι πιο άφθονες οι πικρές.

Από τα κεφάλια και των δύο ειδών παρασκευάζουν αφεψήματα, ρευστά εκχυλίσματα, αποστάγματα. Όλα τα παρασκευάσματα έχουν κοινές ιδιότητες: Καταπραϋντικές, αντισπαστικές και τονωτικές της πέψης. Το απόσταγμα έχει ιδιότητες θεραπευτικές επί των τοπικών φλογώσεων.

Εκτός από το χαμομήλι υπάρχουν και δύο άλλα φυτά, που χαρακτηρίζονται ως αγριοχαμομήλι. Πρόκειται για την «πουλκιαρία τη δυσεντερική» και την «ανθεμίδα την κοτούλα» και τα δύο της οικογένειας των Συνθέτων. Το πρώτο είναι πόα με βλαστό ύψους 20-60 εκ., όρθιο και χνουδωτό και φύλλα χνουδωτά, επίσης ωοειδή και κυματιστά. Ο καρπός του είναι αχαίνιο τριχωτό. Φυτρώνει σε έλη και υγρούς τόπους όλης της Ελλάδας. Το δεύτερο είναι πόα επίσης, με δυσάρεστο άρωμα. Έχει 20-50 εκ. ύψος, με διακλαδώσεις προς τα πάνω και καρπό αχαίνιο. Φυτρώνει σε χέρσα και καλλιεργούμενα χωράφια, σε όλη την Ελλάδα, Ευρώπη, Ασία και βόρεια Αφρική.
Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013 20:33

Φασκομηλιά

Φασκομηλιά (Salvia fruticosa)

Λέγεται και «αλιφασκιά» (σάλβια η φαρμακευτική). Αρωματικό και φαρμακευτικό φυτό της οικογένειας των Λαμπιατών ή Χειλανθών (δικοτυλήδονα). Ιθαγενές των ημιορεινών παραμεσογειακών περιοχών, στην Ελλάδα συναντιέται κυρίως σε ξερές πετρώδεις τοποθεσίες. Έχει μορφή θαμνώδη-φρυγανώδη και μπορεί να φτάσει το 1 μ. ύψος. Ο βλαστός, τετραγωνικός, τουλάχιστον όταν είναι νεαρός, στρεβλός και πολύκλαδος, φέρει φύλλα έμμισχα, ωοειδή-προμήκη, λεπτοφυώς οδοντωτά ή πριονωτά, γκριζοπράσινα, κοκκώδη και ελαφρώς ανάγλυφα στην επάνω επιφάνεια. Τα άνθη είναι χειλανθή, αρκετά μεγάλα, από ιώδη έως ρόδινα και διατεταγμένα κατά σπονδύλους.

Η φασκομηλιά είναι γνωστή για το ευχάριστο και διαπεραστικό άρωμά της, γι’αυτό και χρησιμοποιείται στη μαγειρική ως άρτυμα. Τα φύλλα και τα άνθη χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική ως αντιγαλακταγωγά, αντιδυσπεπτικά και αντιυδρωπικά. Στη λαϊκή φαρμακευτική και βοτανολογία είναι γνωστή από την αρχαιότητα. Στην Ελλάδα το αφέψημα των τρυφερών βλαστών και των φύλλων χρησιμοποιείται ευρύτατα ως ευχάριστο ρόφημα (φασκόμηλο) και είναι γνωστό στο εξωτερικό ως «ελληνικό τσάι». Με απόσταξη εξάγεται από τη φασκομηλιά ένα αιθέριο έλαιο που χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία και στη σαπωνοποιία.

Εκτός από τη φασκομηλιά, πολυάριθμα είναι τα είδη του γένους «σάλβια», άγρια ή καλλιεργούμενα για καλλωπιστικούς ή φαρμακευτικούς σκοπούς. Το πιο ενδιαφέρον είδος από καλλωπιστική άποψη είναι η «σάλβια η λαμπρή».

Φασκομηλιά άγρια: Με το χαρακτηρισμό αυτό αναφέρονται δύο φυτά της οικογένειας των Κιστιδών, γνωστά και με την επιστημονική ονομασία «κίστος ο μικρανθής» και «κίστος ο σφακομηλόφυλλος». Το πρώτο είναι θάμνος, που ξεπερνά σε ύψος το μέτρο. Έχει φύλλα παχιά με τρεις άσπρες, στην κάτω επιφάνεια, νευρώσεις. Τα άνθη του εμφανίζονται 2 ως 6 μαζί, σε συμπαγή επάκρια, σκιαδιόμορφα κύματα και ο καρπός του είναι κάψα πεντάχωρη. Φυτρώνει σε χαμηλούς θαμνότοπους της Αττικής, της Αίγινας, του Πόρου και της Κρήτης. Το δεύτερο είναι φρύγανο, ύψους 30-80 εκ.. Έχει χρώμα πράσινο με άφθονες αστεροειδείς τρίχες και φύλλα ωοειδή και χνουδωτά. Τα άνθη του έχουν 5 σέπαλα και ο καρπός του είναι κάψα πενταγωνική. Φυτρώνει σε όλη την Ελλάδα σε ασβεστούχα εδάφη, καθώς και στις παραμεσόγειες χώρες της Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής.
Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013 19:50

Τριανταφυλλιά

Τριανταφυλλιά (Rosa sp.)

Κοινό όνομα φυτών του γένους «ροδή», της οικογένειας των Ροδιδών (δικοτυλήδονα): Πλήθος ποικιλίες και παραλλαγές των φυτών αυτών καλλιεργούνται για καλλωπιστικούς σκοπούς. Είναι ένα γένος πάρα πολύ πλούσιο σε είδη και γίνεται συνεχώς πλουσιότερο με τις επιλογές και τις διασταυρώσεις.

Οι τριανταφυλλιές είναι γενικά θάμνοι όρθιοι, έρποντες ή αναρριχώμενοι (τριανταφυλλιές κληματώδεις), ανάλογα με τη διεύθυνση των βλαστών, που είναι άλλοτε λεπτοί και ευλύγιστοι και άλλοτε όρθιοι, στερεοί και αλύγιστοι. Ακόμα και τα τυπικά αγκάθια των βλαστών και των κλάδων της τριανταφυλλιάς, μπορεί να είναι πιο καμπύλα ή επιμήκη, μεταξοειδή, ευθέα κλπ.. Τα φύλλα είναι επαλλάσσοντα, αζύγως φτερωτά, με φυλλάρια ωοειδή, πριονωτά, και παράφυλλα συμφυή με το μίσχο. Τα άνθη είναι εύοσμα και η κοίλη σταμνοειδής ανθοδόχη τους περιέχει 5 σέπαλα και 5 πέταλα στα άγρια είδη, ενώ τα είδη που καλλιεργούνται στους κήπους ή σε ειδικούς ροδώνες, έχουν πολυάριθμα πέταλα (άνθη διπλά). Ο καρπός σχηματίζεται από την ανθοδόχη, που μετατρέπεται σε σαρκώδη ράγα, κόκκινη ή μελανή, μέσα στην οποία βρίσκονται πολυάριθμα σκληρά αχαίνια, που περιβάλλονται από τρίχες βαμβακόμορφες.

Από τα άγρια είδη σημειώνουμε: Τη «ροδή την κυνορροδή», που αυτοφύεται στην Ελλάδα σε θαμνότοπους και χρησιμοποιείται ως υποκείμενο των βελτιωμένων ποικιλιών, και τα ασιατικά είδη, τη «ροδή την εκατόμφυλλη» και τη «ροδή την ινδική», που επίσης χρησιμοποιούνται ως υποκείμενα, ιδίως στις νότιες, θερμές και ξηρές χώρες: Από τα πέταλα της τελευταίας εξάγεται το πανάκριβο ροδέλαιο.

Στην Ελλάδα, εκτός από το πλήθος τις βελτιωμένες ποικιλίες τριανταφυλλιών, καλλιεργούνται επίσης στους κήπους για καλλωπιστικούς σκοπούς η «ροδή η βαγξία», κοινώς «μπαξιάνα», αναρριχώμενη, με πλούσια ανθοφορία (λευκά ή κρεμ εύοσμα άνθη) και η «ροδή η μόσχοσμη», κοινώς «μοσκιά», με λευκά ή ελαφρά ρόδινα άνθη, συνήθως στους φράχτες κήπων και λαχανόκηπων.
Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013 19:19

Ρίγανη

Ρίγανη (Origanum vulgare κ’ Origanum onites)

Φυτό της οικογένειας των Χειλανθών ή Λαμπιατών (δικοτυλήδονα), φρυγανώδες, πολυετές, πολύ κοινό σε ξηρούς, άγονους τόπους όλης της Ελλάδας. Έχει τετράγωνο βλαστό, λεπτό, όρθιο, διακλαδιζόμενο, με φύλλα αντίθετα, ελλειψοειδή-ωοειδή, ελαφρά ωχρά στην κάτω επιφάνεια. Τα ρόδινα άνθη σχηματίζουν σφαιροειδή σταχύδια, που είναι διατεταγμένα κατά επάκρια φόβη με βράκτια. Ρίγανη ονομάζεται επίσης και το πολύ διαδεδομένο είδος της ελληνικής χλωρίδας «ορίγανο το ηρακλεωτικό».

Τα φυτά της ρίγανης είναι ευχάριστα αρωματικά, εξαιτίας της παρουσίας ενός αιθέριου έλαιου (οριγανέλαιο ή ριγανόλαδο), γι’αυτό και τα ξηρά, τριμμένα, μικρά φύλλα της, χρησιμοποιούνται στη μαγειρική ως αρτυματικά. Μερικές φορές το φυτό καλλιεργείται.

Εκτός της γνωστής ρίγανης, υπάρχουν και δύο άλλα είδη, που ονομάζονται επιστημονικά «λαγοικία η κυμινοειδής» και «καλαμίνθη η νεπέτη». Το πρώτο, που ανήκει στην οικογένεια των Σκιαδοφόρων, είναι άγριο κύμινο. Το δεύτερο, που ανήκει στην οικογένεια των Λαμπιατών, είναι πολυετής πόα, ύψους 30-80 εκ., με βαριά μυρωδιά και με βλαστό όρθιο και πολύκλαδο. Έχει φύλλα μικρά, χνουδωτά, ωοειδή, με μικρό μίσχο και άνθη σε αραιούς κορύμβους. Πρόκειται για είδος κοινό της ελληνικής χλωρίδας, που φυτρώνει σε τόπους πετρώδεις ή χέρσους.
Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013 18:15

Μελισσόχορτο

Μελισσόχορτο, Μέλισσα (Melissa officinalis)

Φρυγανώδης πόα της οικογένειας των Λαμπιατών ή Χειλανθών (δικοτυλήδονα), αυτοφυής στην Ελλάδα σε δάση και θαμνότοπους. Είναι φυτό μελιγόνο, έχει άρωμα λεμονιού και πικρίζουσα γεύση. Οι αρωματικές και φαρμακευτικές ιδιότητές του ήταν γνωστές στους αρχαίους Έλληνες. Τα φύλλα του είναι πλούσια σε ελαιοφόρους αδένες, γι’αυτό και χρησιμοποιούνται για την παρασκευή ενός χωνευτικού και αντισπασμολυτικού αφεψήματος.

Το μελισσόχορτο έχει βλαστό όρθιο, πολύκλαδο, ελαφρά χνουδωτό. Τα ωοειδή πριονωτά φύλλα φέρουν γλυφές. Τα άνθη έχουν στεφάνη σωληνοειδή, δίχειλο και είναι λευκά ή κρεατόχροα και διατεταγμένα κατά μασχαλιαίους, μονόπλευρους σπονδύλους που συνοδεύονται από λογχοειδή βράκτια. Φτάνει σε ύψος τα 30-80 εκ..

Μελισσόχορτο άγριο: Με την ονομασία αυτή είναι γνωστό ένα φυτό, που επιστημονικά λέγεται «βαλλωτή η μελανή». Πρόκειται για πολυετή πόα ύψους 10-80 εκ., βαθυπράσινη, με άσχημη μυρωδιά. Οι βλαστοί της είναι τετραγωνικοί, διακλαδισμένοι, με φύλλα ωοειδή ή στρογγυλά ως τη βάση, με νεύρωση δικτυωτή και άνθη σε πυκνούς σπονδύλους. Είναι είδος κοινό της ελληνικής χλωρίδας. Φυτρώνει επίσης σε όλη την Ευρώπη, τη δυτική Ασία και τη βόρεια Αφρική.

Με την ίδια ονομασία ή και «μελισσόφυλο», αναφέρεται επίσης ένα φυτό, γνωστό και με την επιστημονική ονομασία «μελιττίδα». Ανήκει στην οικογένεια των Λαμπιατών και είναι πολυετές, με απλό και πολύ τριχωτό βλαστό, ύψος 20-60 εκ., με ισχυρή μυρωδιά. Έχει φύλλα μεγάλα, ωοειδή, πράσινα, με μίσχο και μεγάλα άνθη. Φυτρώνει σε δάση, φράχτες και φαράγγια, σε πολλά μέρη της Ελλάδας.
Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013 17:36

Μάραθο

Μάραθο (Foeniculum vulgare)

Διετής ή πολυετής πόα της οικογένειας των Σκιαδοφόρων ή Ουμβρελιφόρων (δικοτυλήδονα), αυτοφυής σε όλη την Ελλάδα. Είναι γνωστό από την αρχαία εποχή με το ίδιο όνομα: Μάραθο. Μπορεί να φτάσει σε ύψος και τα 2 μ.. Έχει φύλλα λεία, τρις ή πολλαπλά πτεροσχιδή, με καταλήξεις νηματοειδείς. Τα άνθη είναι μικρά, κίτρινα και σχηματίζουν σκιάδια. Ωριμάζουν καρπούς με ευχάριστη γεύση, αρωματική καυστική-μισογλυκιά, παρόμοια προς του άνηθου. Από την καλλιεργούμενη ποικιλία του («φοινίκουλο το κοινό», ποικιλία «ήμερος»), χρησιμοποιούνται τα φύλλα ως λαχανικό ή ως μυριστικό και τα σπέρματα για τον αρωματισμό φαγητών και για την εξαγωγή αιθέριου έλαιου. Είναι επίσης φαρμακευτικά (μαραθόσπορος).

Μάραθο άγριο: Φυτρώνει σε πετρώδεις περιοχές, σε όλα τα μέρη της Ελλάδας. Παλιότερα το χρησιμοποιούσαν ως φάρμακο, κυρίως εναντίον των ελκών, των πονοκεφάλων, καθώς και των παθήσεων της σπλήνας.
Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013 17:23

Μαϊντανός

Μαϊντανός (Petroselinum crispum)

Αρτυματικό φυτό της οικογένειας των Ουμβρελλιφόρων ή Σκιαδοφόρων (δικοτυλήδονα). Καλλιεργείται για τα φύλλα του, που περιέχουν ένα αιθέριο έλαιο (την απιόλη), με χαρακτηριστικό άρωμα. Είναι πόα δίχρονη, με βλαστό όρθιο, πολύκλαδο, με κατώτερα φύλλα δις πτεροσχιδή και ανώτερα τρις πτεροσχιδή. Τα άνθη, μικρά και άσημα, έχουν χρώμα πρασινοκίτρινο και σχηματίζουν σκιάδια. Οι σπόροι, μικροί και γκριζωποί, αργούν πολύ να φυτρώσουν. Σπέρνονται στο καλά προετοιμασμένο και ελαφρό έδαφος του σπορείου, από το Μάρτιο ως το Σεπτέμβριο.

Καλλιεργείται σε πολλές ποικιλίες, που διακρίνονται από τη μορφή του φύλλου και το μέγεθος του φυτού, σε κατσαρόφυλλες, πτεριδόφυλλες, νάνους και γίγαντες.
Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013 17:04

Τσάι του βουνού

Μαλοτίρας, Τσάι του βουνού (Sideritis syriaca)

Αειθαλή δενδρύλλια της οικογένειας των Θεϊδών (δικοτυλήδονα). Καλλιεργείται για τα φύλλα του, που είναι πλούσια σε αρωματικές ουσίες.

Το τσάι, δηλαδή αυτό το προϊόν που χρησιμεύει για την παρασκευή του γνωστού ομώνυμου αφεψήματος, αποτελείται από τα φύλλα, που συλλέγονται τρυφερά και ανώριμα από τις νεαρές κορυφές των βλαστών και τα οποία κόβονται σε μικρά κομμάτια και αποξεραίνονται. Η συλλογή των φύλλων αρχίζει από το τρίτο έτος της ηλικίας των φυτών.

Στο τσάι δίνονται διάφορα εμπορικά ονόματα χωρίς ιδιαίτερη αναφορά προς τις ράτσες που καλλιεργούνται, αλλά συνήθως οι πραγματοποιούμενες διακρίσεις έχουν ως βάση την προέλευση, τον τρόπο συλλογής και επεξεργασίας. Η πιο σπουδαία διάκριση γίνεται ανάμεσα στα λεγόμενα «πράσινα τσάγια» και στα «μαύρα τσάγια». Τα πρώτα πετυχαίνονται με απλή αποξήρανση, ενώ τα δεύτερα παρασκευάζονται με ειδική τεχνική: Τα φύλλα που συλλέγονται αφήνονται να μαραθούν, ώστε να χάσουν το μισό από το νερό τους και ακολούθως υποβάλλονται σε μια διαδικασία ζύμωσης, κατά την οποία μετασχηματίζεται η ταννίνη που περιέχουν και αποχτούν το χαρακτηριστικό υπομελανό χρώμα. Τέλος αποξηραίνονται σε ειδικά ξηραντήρια.

Τα φύλλα του τσαγιού περιέχουν αλκαλοειδή (1-5%), ταννίνη, πρωτεϊνικές ουσίες, γόμμες, ανόργανα άλατα και αρωματικά έλαια.

Ιατρική: Τα φύλλα του τσαγιού περιέχουν ένα πουρινικό αλκαλοειδές, την τεΐνη, που έχει ιδιότητες ανάλογες με εκείνες της καφεΐνης, που περιέχεται στον καφέ. Η τεΐνη διεγείρει τα ανώτερα νευρικά κέντρα, τη λειτουργία της καρδιάς και τη διούρηση, ενώ δεν έχει καμιά θρεπτική αξία. Σε μερικές χώρες το τσάι είναι φαρμακευτικό και χρησιμοποιείται ως τονωτικό της καρδιάς και ως αντίδοτο σε ορισμένες δηλητηριάσεις, εξαιτίας του υψηλού περιεχομένου του σε ταννίνη (7,5%). Η κατάχρησή του μπορεί να προκαλέσει διαταραχές παρόμοιες με εκείνες που οφείλονται σε υπερβολική κατανάλωση καφέ (ταχυκαρδία κ.ά.). Το τσάι καταναλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο και κατά το μεγαλύτερο μέρος στις χώρες που το παράγουν. Ενώ στις χώρες της Ανατολής χρησιμοποιείται το «πράσινο τσάι», τα φύλλα του οποίου έχουν αποξηρανθεί, στις δυτικές χώρες χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά το «μαύρο τσάι». Το αφέψημα έχει ευχάριστη γεύση και εξαιτίας των ιδιοτήτων του ως «τονωτικού», συχνά το συστήνουν ως το πρώτο στοιχείο στην επανασίτιση ατόμων που συνέρχονται από μία νόσο.